
Σύντομο Βιογραφικό: Η Ντάνα είναι εκπαιδευτικός με πολυετή εμπειρία. Έχει διδάξει σε δημοτικά σχολεία, έχει διατελέσει διευθύντρια και ασχολείται εδώ και καιρό με την ανάπτυξη της εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα. Είναι καθηγήτρια παιδαγωγικής, συγγραφέας πολλών σχολικών βιβλίων και ερευνήτρια που έχει συμμετάσχει σε δεκάδες εθνικά και διεθνή έργα. Μετατρέπει την εμπειρία τόσο από την πράξη όσο και από την έρευνα σε συγκεκριμένες λύσεις για τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς. Το έργο της επικεντρώνεται κυρίως στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, στις πολυπολιτισμικές και γλωσσικές ικανότητες τόσο των παιδιών όσο και των εκπαιδευτικών, στη διδασκαλία ξένων γλωσσών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και στη σύγκριση εκπαιδευτικών συστημάτων. Οι στρατηγικές που εφαρμόζει στη διδασκαλία ξένων γλωσσών μπορούν επίσης να μεταφερθούν αποτελεσματικά σε προγράμματα για την εκμάθηση της σλοβακικής ως δεύτερης γλώσσας, καθιστώντας τα προσβάσιμα, φυσικά και εύκολα στην κατανόηση. Το 2024, δημοσίευσε το εγχειρίδιο Languages in a Playful and Meaningful Way για εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 2025, συνυπέγραψε τον μεθοδολογικό οδηγό Kamarátka slovenčina – ένα γλωσσικό πρόγραμμα για παιδιά με διαφορετική μητρική γλώσσα.
Τίτλος: Προσεγγίσεις στη διδασκαλία ξένων γλωσσών με παιγνιώδη τρόπο που έχει νόημα για τα παιδιά (σχέδια δράσης στη Σλοβακία)
Περίληψη: Η παρουσίαση παρουσιάζει δύο έργα για τη Γλώσσα και τις Ξένες Γλώσσες (FFL) στη Σλοβακία, τονίζοντας ότι η διδασκαλία ξένων γλωσσών σε μικρούς μαθητές πρέπει να βασίζεται στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά αποκτούν φυσικά τη γλώσσα. Αυτά τα έργα βασίζονται στη διδασκαλία γλωσσών και σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα γλωσσών στο ακόλουθο διδακτικό παράδειγμα: Η εκμάθηση γλωσσών στο σχολείο πρέπει να μοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο με την απόκτηση της μητρικής γλώσσας. Μια βασική αρχή είναι η διδασκαλία Ξένων Γλωσσών με επίκεντρο το παιδί και η κατάλληλη για την ανάπτυξη. Η διδασκαλία πρέπει να ταιριάζει με τη γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών και να σέβεται την ατομικότητά τους. Τα μαθήματα πρέπει να είναι κατάλληλα για την ηλικία, παιχνιδιάρικα, βιωματικά και απαλλαγμένα από φόβο, δημιουργώντας ένα ασφαλές και ενθαρρυντικό περιβάλλον. Η γλώσσα είναι σημαντικό να διδάσκεται κυρίως μέσω της επικοινωνίας και της ουσιαστικής χρήσης, όχι μεμονωμένων ασκήσεων γραμματικής. Τα παιδιά μαθαίνουν καλύτερα όταν η γλώσσα ενσωματώνεται σε πραγματικά περιβάλλοντα, ιστορίες, παιχνίδια, τραγούδια και σωματικές δραστηριότητες. Μέθοδοι όπως η Ολική Φυσική Απόκριση (TPR) και η CLIL βοηθούν στη σύνδεση της γλώσσας με την κίνηση και την αισθητηριακή εμπειρία. Η διαδικασία της μάθησης ακολουθεί μια φυσική ακολουθία παρόμοια με την απόκτηση της μητρικής γλώσσας: ακρόαση → ομιλία → ανάγνωση → γραφή. Η πρώιμη έκθεση σε πλούσια εισροή (ακρόαση της γλώσσας) είναι ζωτικής σημασίας πριν από την αναμενόμενη παραγωγή. Ο/Η εκπαιδευτικός διαδραματίζει κεντρικό ρόλο ως συντονιστής/τρια που δημιουργεί ενδιαφέρουσες δραστηριότητες, χρησιμοποιεί ποικίλο υλικό (συμπεριλαμβανομένων ιστοριών και ψηφιακών εργαλείων) και υποστηρίζει τους μαθητές με εποικοδομητική ανατροφοδότηση. Η αξιολόγηση θα πρέπει να είναι ενθαρρυντική, εστιάζοντας στην πρόοδο και όχι στα λάθη. Τέλος, η προσέγγιση θα πρέπει να είναι συμπεριληπτική, αναγνωρίζοντας τις διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες και προωθώντας τη συνεργασία, τον σεβασμό και τις θετικές στάσεις. Συνολικά, η αποτελεσματική διδασκαλία συνδυάζει τις επιστημονικές γνώσεις με δημιουργική, διαδραστική πρακτική που καθιστά την εκμάθηση γλωσσών ευχάριστη και ουσιαστική για τα παιδιά.

Σύντομο Βιογραφικό: Η Λουκία Ταξιτάρη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Πειραματικής Ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφος. Είναι κάτοχος πτυχίου Ελληνικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 2004 έλαβε M.Phil. στη Γενική Γλωσσολογία και το 2009 έλαβε διδακτορικό στην Πειραματική Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Ηνωμένο Βασίλειο. Ειδικεύεται στην κατάκτηση και ανάπτυξη της γλώσσας και χρησιμοποιεί μια σειρά πειραματικών μεθόδων για τη διερεύνηση των γλωσσικών διαδικασιών. Έχει εργαστεί ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια στην Κύπρο (Πανεπιστήμιο Κύπρου, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου), τη Γερμανία (Potsdam University) και την Ιταλία (CNR, Πίζα), εφαρμόζοντας διάφορες τεχνικές στη μελέτη της γλώσσας σε διάφορους πληθυσμούς. Προσάρμοσε το CDI MacArthur–Bates στα κυπριακά ελληνικά και συνέβαλε στην ανάπτυξη νέων μεθοδολογιών για τη γλωσσική έρευνα, συμπεριλαμβανομένων εφαρμογών που βασίζονται σε tablet. Έχει διδάξει εκτενώς σε δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια της Κύπρου και έχει δημοσιεύσει άρθρα και κεφάλαια βιβλίων, παρουσιάζοντας τη δουλειά της σε διεθνή συνέδρια. Υπηρετεί ως αναπληρώτρια συντάκτρια για το European Psychologist, κριτής σε επιστημονικά περιοδικά και το ετήσιο συνέδριο CogSci. Είναι αρχισυντάκτρια του Fact Check Cyprus, και εκτός από τον έλεγχο γεγονότων, δίνει έμφαση στην εκπαίδευση γραμματισμού στα μέσα επικοινωνίας καθώς και στην έρευνα για την παραπληροφόρηση.
Τίτλος: Τα γλωσσικά και γνωστικά οφέλη της πρώιμης έκθεσης σε δεύτερη γλώσσα: Ερευνητικά δεδομένα και προεκτάσεις για το νηπιαγωγείο
Περίληψη: Η πρώιμη έκθεση των παιδιών σε μία δεύτερη γλώσσα αποτελεί αντικείμενο εκτενούς έρευνας στην ψυχογλωσσολογία και τη γνωστική αναπτυξιακή ψυχολογία. Η παρούσα εισήγηση εξετάζει τα γλωσσικά και γνωστικά οφέλη που συνδέονται με τη συστηματική επαφή με μια δεύτερη γλώσσα στην προσχολική ηλικία, με έμφαση στα ερευνητικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών. Σε γλωσσικό επίπεδο, η πρώιμη διγλωσσική εμπειρία έχει συνδεθεί με ενισχυμένη μεταγλωσσική επίγνωση, μεγαλύτερη ευαισθησία στη δομή της γλώσσας και αυξημένη ικανότητα διάκρισης και επεξεργασίας γλωσσικών μορφών. Παράλληλα, η έκθεση σε περισσότερα από ένα γλωσσικά συστήματα φαίνεται να ενισχύει την κατανόηση της γλωσσικής ποικιλότητας και να συμβάλλει στη διαμόρφωση θετικών στάσεων απέναντι στη μάθηση γλωσσών σε μελλοντικά στάδια της ζωής. Σε γνωστικό επίπεδο, η έρευνα έχει αναδείξει συσχετίσεις μεταξύ πρώιμης διγλωσσίας και δεξιοτήτων εκτελεστικού ελέγχου, όπως η γνωστική ευελιξία, η αναστολή παρεμβαλλόμενων πληροφοριών και η ικανότητα γρήγορης και αποτελεσματικής εναλλαγής μεταξύ γλωσσικών συστημάτων. Αν και τα ευρήματα είναι σύνθετα και πολυπαραγοντικά, συγκλίνουν στο ότι η συστηματική και παιδαγωγικά σχεδιασμένη έκθεση σε δεύτερη γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά για την ευρύτερη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Στο πλαίσιο αυτό, θα συζητηθούν οι προεκτάσεις των παραπάνω ευρημάτων για την εφαρμογή της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο, υπογραμμίζοντας τη σημασία αναπτυξιακά κατάλληλων προσεγγίσεων και μεθόδων.

Σύντομο Βιογραφικό: Η Μαρίνα Τζακώστα είναι Καθηγήτρια α’ βαθμίδας του Παιδαγωγικού Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης και μέλος του Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου με ειδίκευση στη γλωσσική ανάπτυξη και τη γλωσσική διδασκαλία. Είναι απόφοιτη του Πανεπιστημίου Κρήτης και του Ινστιτούτου Γενετικής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου του Leiden στην Ολλανδία. Τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ανάπτυξη και τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας και των δεύτερων γλωσσών, την σχέση των νεοελληνικών διαλέκτων με την Κοινή Νεοελληνική, την ανάπτυξη και την διδασκαλία των τελευταίων. Έχει εκπονήσει μεταδιδακτορική έρευνα στο Πανεπιστήμιο Πατρών ως υπότροφη του ΙΚΥ. Υπήρξε επισκέπτρια ερευνήτρια στο UMass/ Amherst των ΗΠΑ, στο Πανεπιστήμιο Princeton των ΗΠΑ (με υποτροφία από το Stanley Seeger Center for Hellenic Studies) και στο Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Simon Fraser στον Καναδά (με υποτροφία από το ΙΚΥ). Έχει συμμετάσχει ως επιστημονικώς υπεύθυνη ή επιστημονική συνεργάτρια σε 27 ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα.
Τίτλος: Πόσο εύκολη ή δυνατή είναι η εισαγωγή των Αγγλικών σε διαλεκτόφωνα περιβάλλοντα;
Περίληψη: Η εισαγωγή της Αγγλικής στο Νηπιαγωγείο είναι μια καινοτόμα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση η οποία ανανεώνει την εκπαιδευτική διαδικασία και ενδυναμώνει τη διαπολιτισμική εκπαίδευση ιδιαιτέρως στο επίπεδο της ενσωμάτωσης αλλόγλωσσων παιδιών στις προσχολικές τάξεις. Ελάχιστες, ωστόσο, είναι οι έρευνες που αναδεικνύουν τα οφέλη από την ενσωμάτωση της Αγγλικής σε διαλεκτόφωνα περιβάλλοντα στα οποία οι φυσικές γλώσσες δεν είναι οι επίσημες/ πρότυπες γλώσσες και στα οποία φαίνεται ότι οι τοπικές γλώσσες είναι αυτές που γίνονται πρώτα αντικείμενο εκμάθησης από αλλόγλωσσους ομιλητές. Στην παρουσίασή μου συζητιούνται τα δεδομένα που προέκυψαν από ένα ερωτηματολόγιο που χορηγήθηκε σε 93 προνήπια και νήπια, αγόρια και κορίτσια, που φοιτούν σε διαλεκτόφωνα νηπιαγωγεία αστικών, ημιαστικών και αγροτικών περιοχών της Κρήτης. Στα περιβάλλοντα αυτά η κρητική γλώσσα είναι η φυσική και κατά βάση χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά το γεγονός πως τα παιδιά εκτίθενται για μόλις δύο ώρες στα αγγλικά, τα ίδια έχουν πολύ θετικές στάσεις για την αξία των αγγλικών στο νηπιαγωγείο. Τα παιδιά του δείγματος φαίνεται να έχουν αποκρυσταλλωμένες απόψεις σχετικά με α) το γιατί τους αρέσουν περισσότερο τα αγγλικά από τα ελληνικά, β) το γιατί θα ήθελαν να εκτίθενται περισσότερες ώρες στα αγγλικά, γ) το γιατί θεωρούν ότι τα άλλα παιδιά της τάξης επίσης αγαπούν πολύ τα αγγλικά. Αυτά και άλλα δεδομένα που θα παρουσιαστούν υπογραμμίζουν την αξία της εισαγωγής της Αγγλικής ως γλώσσας διαμεσολάβησης σε περιβάλλοντα ενδογλωσσικής ποικιλότητας ανάγοντάς τη σε εργαλείο ενδο-εθνικής διαπολιτισμικότητας.

Σύντομο Βιογραφικό: Η Δρ Julie Waddington είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια (Serra Húnter) στη Διδακτική της Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Girona. Το έργο της επικεντρώνεται στη διδασκαλία ξένων γλωσσών στην προσχολική εκπαίδευση και σε ζητήματα που σχετίζονται με την ταυτότητα μαθητών και εκπαιδευτικών. Είναι συγγραφέας του βιβλίου Questioning the native speaker construct in teacher education (Routledge, 2025) και έχει δημοσιεύσει εκτενώς σε επιστημονικά περιοδικά όπως τα Cambridge Journal of Education, Language, Culture and Curriculum, System, ELT Journal και European Early Childhood Education Research Journal.
Τίτλος: Ενδυναμώνοντας τους/τις εκπαιδευτικούς προσχολικής εκπαίδευσης ώστε να ξεπεράσουν ιδεολογίες ως προς τον «φυσικό ομιλητή»
Περίληψη: Αυτή η ομιλία εξετάζει πώς η μορφή του «ιδανικού φυσικού ομιλητή» συνεχίζει να διαμορφώνει αντιλήψεις για τη διδασκαλία γλωσσών, παρόλο που οι σύγχρονες πολιτικές εκπαίδευσης ξένων γλωσσών προωθούν την πολυγλωσσία και απορρίπτουν τα πρότυπα του φυσικού ομιλητή ως το απόλυτο μοντέλο. Βασιζόμενη σε μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε με προπτυχιακούς φοιτητές/φοιτήτριες προσχολικής εκπαίδευσης σε πανεπιστήμιο της Καταλονίας, εξετάζεται πόσο ισχυρά παραμένει αυτό το ιδεώδες και πώς επηρεάζει τις αντιλήψεις των μελλοντικών εκπαιδευτικών για τον εαυτό τους και τον επαγγελματικό τους ρόλο. Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια ενός βασικού μαθήματος, το οποίο ενσωματώνει μια καινοτόμο προσέγγιση για την εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στην πρώιμη παιδική ηλικία. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι περισσότεροι/ες φοιτητές/φοιτήτριες εξακολουθούν να διατηρούν παραδοχές που ευνοούν τα πρότυπα του φυσικού ομιλητή και, με αυτόν τον τρόπο, αναπαράγουν ελλειμματικές αντιλήψεις για τους/τις μη εξειδικευμένους/ες εκπαιδευτικούς. Αυτές οι πεποιθήσεις όχι μόνο αντιβαίνουν στις σύγχρονες εκπαιδευτικές πολιτικές, αλλά ενδέχεται επίσης να ενισχύουν αποδυναμωτικές και διαχωριστικές στάσεις στη γλωσσική εκπαίδευση της πρώιμης παιδικής ηλικίας. Παράλληλα, τα αποτελέσματα μετά την παρέμβαση δείχνουν ότι όταν οι φοιτητές/φοιτήτριες εμπλέκονται σε αναστοχαστικές διαδικασίες – ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσουν γλωσσικές και διδακτικές δεξιότητες – οι απόψεις τους αρχίζουν να μεταβάλλονται. Η ομιλία αναδεικνύει τη σημασία της καλλιέργειας αυτής της αναστοχαστικής διάστασης στην εκπαίδευση εκπαιδευτικών και υποστηρίζει συνεργατικές πρακτικές στις οποίες αναγνωρίζονται και εκτιμώνται όλες οι γλωσσικές ικανότητες. Τελικά, προτείνει μια πιο συμπεριληπτική κατανόηση του ποιος/ποια είναι κατάλληλος/η να διδάσκει γλώσσες στην προσχολική εκπαίδευση.
